Αθήνα 2001, σελ. 240, αντίτυπο του Θανάση Βέγγου.
Σε αντίθεση με το Ράντο που είναι «κύριος», ο Ξηρουχάκης είναι άξεστος και χυδαίος, κοιλιόδουλος (τον βλέπαμε καθημερινά στη Λέσχη Αξιωματικών να καταβροχθίζει απίθανες ποσότητες εδεσμάτων). Έχει εμφάνιση χοίρου. Κοντός, παχουλός, κουρεμένος σ΄΄υντριχα σχεδόν, μ&rsquo ένα καχύποπτο πρόσωπο αγουροξυπνημένου μπέμπη, με μικρά στρογγυλά γυαλάκια, μοιάζει με γελοιγραφία του Χίμλερ. Η «υποδοχή» των κρατουμένων θα σημάνει τη μεγάλη του ώρα. Θα γτίνει ο πρωταγωνιστής και ο δήμιος. Είναι τόσο εκδικηρτικός που και μόνο η μελλοντική προοπτική της αμνηστείας, τον κάνει να γίνεται έξαλλος. Σαν να &rsquoτανε μόλις χθες, σαν να μην πέρασε από τότε μισός αιώνας, τον βλέπω και τον ακούω ακόμα να ρεκάζει: «Να μην ελπίζετε, όταν θα φτάσει η διαταγή της αμνηστείας, εδώ θα εκτελείται ο τελευταίος από σας». [&hellip]