Περάσαμε το ποτάμι από ένα μέρος που ήταν ρηχά και βρήκαμε κάτι καταπληκτικά κλήματα: ο κορμός τους, από τη ρίζα ως τη μέση ήταν χοντρός και γερός, αλλά από τη μέση κι απάνω ήταν γυναίκες, τέλειες σ’ όλα τους, πού το κορμί τους άρχιζε από τα λαγόνια. (Κάπως έτσι ζωγραφίζουν στον τόπο μας και τη Δάφνη, την ώρα που μεταμορφώνεται σε δέντρο για να μην την τσακώσει ο Απόλλωνας). Από τα δάχτυλά τους ξεφύτρωναν κλαδιά γεμάτα σταφύλια. Τα μαλλιά τους ήταν κι αυτά γεμάτα σταφύλια, κληματσίδες και φύλλα. Μόλις πλησιάσαμε, μας χαιρετούσαν και μας καλωσόριζαν, άλλες μιλώντας λυδικά, άλλες ινδικά μα οι περισσότερες ελληνικά. Μας έδιναν μεθυστικά φιλιά στο στόμα κι όποιον φιλούσαν έπεφτε τύφλα στο μεθύσι. Μόνο που δε μας άφηναν να κόψουμε σταφύλια, γιατί έτσι και κάναμε πως κόβουμε πονούσαν και φώναζαν. (. . .)
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)