- Πόσος θεός χρειάζεται, γέρο Ζήσο, για δυό χελιδόνια - Πολλά καντάρια, γιέ μου. Τέτοιος γκαϊλές είναι φόρτωμα για μια ζωή. Πολλές φορές τραβάει και μέχρι το νοημούρι. Μπαίνει μέσα μαζί μας. Καβαλίκα στο σβέρκο. Και δε φεύγει με το κρέας που μας τρων οι σκούληκοι. Όχι. Γραπώνεται στην ψυχή. Σα μουχρίτσα. Κι? απέ δε φτουράει τότες μήτε θεός μήτε ζύγια μήτε καντάρια. Γι? αυτό βάστα. Και διώξε αυτό το φόρτωμα όσο είναι έξω από το νημούρι. Διώξτο όσο είσαι ζωντανός. - Με ποιο τρόπο Ο γέρος ήπιε λίγη ρετσίνα και σφούγγισε το μουστάκι του. - Κάνε τζορβά, είπε. - Τι τζορβά - Πάρε αντριγιά, πάρε απομονή, πάρε και προσευχή και κάντα χαρμάνι. Μπλάστρωσε μ? αυτό την καρδιά κι? απέ χτύπα την σα χταπόδι. Μέχρι ν? αδειάσει. Μέχρι να μη μείνει μέσα ούτε μια σταξιά αίμα. Και τότες θα? ρτεί ο θεός, γιατρός. - Θα? ρθεί, γέρο Ζήσο - Καρτέρα τον, γιέ μου, θα? ρτει.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]