Μιλούσε προσεκτικά και αργά, όπως όλοι οι άνθρωποι της περιοχής, θαρρείς ότι και τα λόγια τους ακόμα κόστιζαν χρήματα και τους ήταν δύσκολο να αποχωριστούν την κάθε λέξη. Είχε μικρά, σκούρα δύσπιστα μάτια· τα ρουθούνια του ήταν τόσο στρογγυλά και άγρυπνα σαν ένα δεύτερο ζευγάρι μάτια. Η μύτη ήταν ελαφρώς ανασηκωμένη και κοντή, το στόμα ήταν μικρό, γενικά όλα τα χαρακτηριστικά ήταν μικρά σ? αυτό το πρόσωπο που, σαν σύνολο, κάλυπτε δυσανάλογα μικρό χώρο πάνω στο χοντροκομμένο χωριάτικο κεφάλι. Ακόμα και τα αυτιά ήταν μικρά, οι λοβοί των αυτιών ήταν ασυνήθιστα γυρισμένοι προς τα εμπρός αντί προς τα πίσω, για να αρπάζουν, θαρρείς, όσο το δυνατόν περισσότερους ήχους. [...]
Ο Τσίλλιχ βγήκε στο δρόμο παραπατώντας. Ήταν παγωμένος από τον ιδρώτα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε εκτεθεί σε τέτοιο φόβο. Αυτή η μηδαμινή ζωή δεν άξιζε καν έναν τέτοιο φόβο.