Βασίλης Φαϊτάς, Σκάκι με την αιωνιότητα, Ποίηση, έργο εξωφύλλου Paul Klee, εκδ. «Μανδραγόρας», Μάρτιος 2021, σελ. 64, 24Χ17 εκ., (Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση), αριθμ. έκδοσης: 342, ISBN 978-960-592-124-8 τιμή 8,48 ευρώ.
 
Ένα πρελούδιο ζωής μέσα από το άπιαστο βάθος των λέξεων
Ήσουν είκοσι κι ερχόσουν απ? την θάλασσα
στον δρόμο μια ιστορία αναμονής
κάποιου που έφτασε από μακριά
να φέρει ένα όνομα να θυμάσαι.
 
[ ] Θα ?ρθουν άλλοι καιροί
 τελεσίγραφο στην άκρη του γκρεμού
στις όχθες του ουδέποτε
θα εγείρεται η νιότη
η ύπαρξη θα σηκώνεται λίγο ψηλότερα.
 
Η ύστατη άνοιξη πάντα αρχίζει την νύχτα.
 («Το τελεσίγραφο»)
«Πορεύομαι με ό,τι δεν κατανοώ» γράφει σε ένα από τα ποιήματα της ένατης ποιητικής του συλλογής Σκάκι με την αιωνιότητα ο Βασίλης Φαϊτάς προσπαθώντας να ερμηνεύει τον δυσερμήνευτο χωρόχρονο της ουτοπίας. στον αντικατοπτρισμό/απολογισμό της ζωής: κλείνοντας ένα παλιό βιβλίο/ ανέστιος και πλάνητας/ παράπλευρη απώλεια της ύπαρξης/ σκαλίζω τις ρίζες του αδιανόητου. Με έντονο τον συμβολικό χαρακτήρα της ποίησής του, διακατεχόμενος από τις αναπόφευκτες υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου που στέκεται με θαυμασμό αλλά και ταυτοχρόνως διερωτάται για την ουσία της πορείας του όπως διαβάζουμε σε πολλά ποιήματά του: «Κλείνοντας το παλιό βιβλίο», «Προσομοιώσεις της νιότης», «Αλληγορία θαυμάτων» κ.ά.
Ο άνθρωπος και ο χρόνος, η διαδρομή του, το επέκεινα της ζωής, η αναζήτηση της μαγείας της, το αναπόφευκτο άδειασμα της κλεψύδρας: (Το σύμπαν αδειάζει σαν μια κλεψύδρα φωτός/ ο φυγόκεντρος άνθρωπος πορθμείο στον καιρό / και η καρδιά/ τα δίχτυα της ρίχνει/ σε μια χαμένη παρτιτούρα), «το ρίγος [της] ανάμνησης/ όταν χτυπά το τζάμι τού άλλοτε», περνούν από τη δωρική γραφή του Βασίλη Φαϊτά. εκεί όπου ο απολογισμός μετατρέπεται σε αγωνία του επέκεινα. Μια προσπάθεια να καταρριφθούν οι αυταπάτες και οι γήινες ψευδαισθήσεις, έστω και σ? ένα μικρό «απροσάρμοστο ποίημα/ φτιαγμένο απ? τη γύρη άγονων ημερών» («Γράμμα για την Ιθάκη»), προκειμένου ο ποιητής να κατανοήσει το άγνωστο της ύπαρξης.
Παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια αποσπάσματα:
Είκοσι πέντε χρόνια μού πήρε το ταξίδι
από την τελευταία λέξη στην πρώτη 
του επόμενου ποιήματος
τόσος καιρός να ονομάσω 
τη νιότη γήρας
σε μιαν ανθρωπότητα που ονειρεύεται
φανταστικές παλινορθώσεις.
 
Στο ενσταντανέ αυτό του απεριόριστου
δεν περιμένω κανένα
κι ούτε κανείς με περιμένει.[ ]
Και στο ποίημα «Ερωτική πανσπερμία»: [ ] Γιατί είμαι εδώ και όχι αλλού/ υπήρξα/ υπάρχω/ είμαι εγώ ή μια ιδέα μου βγαλμένη/ από όνειρο.//