«Έπεσε πάνω στα μαξιλάρια του και της γύρισε την πλάτη κοιτώντας τον τοίχο απέναντι. Μείναν έτσι όλη τη νύχτα και οι δύο κοιτώντας τον τοίχο με γυρισμένες πλάτες. Εκείνη τον δικό της απέραντο κρύο. Σαν την παγωμένη νύχτα των πόλων. Να μην την προστατεύει από τον άγριο καιρό του έξω κόσμου που τόσο φοβάται.
Εκείνος τον δικό του απέραντο κρύο. Σαν την παγωμένη νύχτα των πόλων. Να τον πλακώνει, να τον φυλακίζει και να τον κρατά μακριά από τον κρύο καιρό του έξω κόσμου που τόσο αποζητά».