«Ο ήλιος δεν είχε ανέβει πολύ. Η ζέστη ανυπόφορη. Είναι το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα, Αύγουστος του 1935. Κάτω από μια συκιά στα Παλουμπέικα αμπέλια η μάνα μου, εγώ και ο πατέρας μου να κρατά από το καπίστρι το άλογο, που μας έφερε από το χωριό... στα πόδια της κρατούσε ένα καλάθι με αυγά. Τα στέλνει χαιρετίσματα στον αδελφό της και θείο μου που θα με δεχθεί στην Αθήνα. Η μαστοράντζα με τις όποιες αμφισβητήσεις, του καημούς και τις πικρίες, την αδικία και την εκμετάλλευση που μέρα με τη μέρα την απεικονίζω στο μυαλό μου, γίνεται μπόλι στην ψυχή μου. Από δω και πέρα, η ενέργεια έχει κάποιο νόημα που προηγούμενα δεν μπορούσα να φανταστώ.
Είναι Κυριακή 27 Οκτώβρη, καλοκαίρι λες και είναι Ιούλιος... Τη Δευτέρα ξημερώνοντας μας αναστατώνουν τα ουρλιαχτά από τις σειρήνες. Τρέχουμε έξω στους δρόμους. Όπου υπάρχει ραδιόφωνο, στη διαπασών. Πόλεμος. Πριν μπούμε στη Στρέζοβα γινήκαμε τριάδες κατά διμοιρίες και με βήμα ζωηρό, επιβλητικό και αποφασιστικό, τραγουδώντας `Στ` άρματα, στ` άρματα εμπρός στον αγώνα`, με τη σάλπιγγα να δίνει χρόνο στο βήμα. Ήταν κάτι το φανταστικό. Έχει μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου. Στιγμές μεγαλείου, ανεπανάληπτες. Φτάσαμε σε ένα μεγάλο πλάτωμα και παραταχθήκαμε με μέτωπο στο μπαλκόνι, όπου θα μιλούσε ο