Πώς έβγαιναν τόσο χοντρά τα δάκρυα απ? τις τρυπούλες των ματιών του
ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ
Όσο κρατιέται ο άνθρωπος ορθός
δρα σαν οξεία.
κάπου-κάπου όμως λυγάει
και γίνεται ψιλή ή δασεία ?
 
Ώς τη στιγμή που ο θάνατος
φαρδιά-πλατιά θα τον ξαπλώσει
μαζί παύλα και τελεία.
Τα ?Όνειρα? είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή μιας λυρικής τετραλογίας που γράφτηκε στα σουηδικά, κάτω από δύσκολες πολιτικές συνθήκες για τον τόπο μας, πριν από περίπου 50 χρόνια. Οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές είναι ο ?Τουριστικός οδηγός? και οι ?Μύθοι? που εκδόθηκαν στην Ελλάδα το 2018 και το 2019 αντίστοιχα, ενώ από την τρίτη που είχε τον τίτλο ?Όστρακα? πολλά ποιήματα συμπεριλήφθηκαν στη συλλογή ?Νυχτερίδες? που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2015.
Τα ?Όνειρα? πρωτοκυκλοφόρησαν στη Σουδία το 1979 και το 1986 εκδόθηκαν στην ελληνική γλώσσα αλλά  κυκλοφόρησαν μόνον εκτός Ελλάδας. Η σημερινή έκδοση, χωρισμένη σε πέντε ενότητες, είναι η πρώτη που εκδίδεται στην Ελλάδα μετά από 42 χρόνια και περιλαμβάνει έξι ποιήματα που δεν είχαν ενταχθεί στην αρχική συλλογή, καθώς κι άλλα τρία που γράφτηκαν αργότερα.
Τα αναλλοίωτα της γραφής του Κωστή Παπακόγκου, ιδέες και βιώματα, μεταπλάθονται σε ποίηση με έκδηλα τα στοιχεία του λυρικού συμβολικού λόγου? η ελληνική παράδοση, οι οδυνηρές μνήμες του Εμφύλιου, η συνύπαρξη σύγχρονων στοιχείων με χαρακτηριστικά περασμένων εποχών, τα υπαρξιακά και ουμανιστικά αισθήματα διατρέχουν το σώμα του βιβλίου. 
Συχνές με έναν σαφώς υπερρεαλιστικό λόγο και οι αναφορές του, με έναν γλυκόπικρο σαρκασμό, στα νέα ήθη πραγμάτων. Όπως η διαχρονική στάση της  Ευρώπης έναντι της Ελλάδας στο ποίημα ?Ευρώπη?, ή ο χωροφύλακας του κόσμου,  το χάρτινο τιγράκι μας που Έχει δυο πώματα κόκα-κόλας για μάτια / κι έχει ένα παρδαλό μαστίγιο / που το ανεμίζει στην ουρά του.
Στην ?Αρχαία νύχτα?, το συχνά παράδοξο ξάφνιασμα των ποιημάτων τούτης της συλλογής, παίρνει    την ακόλουθη τροπή: ?Έβαλε τα παπούτσια στο τραπέζι / κένωσε στο ?να φασολάδα κρασί στ? άλλο / έφαγε ήπιε έφυγε / φορώντας στα πόδια του δυο πιάτα. // Και πίσω του ο τρελός με το κόκκινο γένι / να φωνάζει: Δεν καίγομαι / στάχτη δε γίνομαι, Ερμή, θα σε κατακάψω! / Και παραπίσω του η σελήνη που ντύθηκε / το ριγωτό νυχτικό της και ξάπλωσε / τίγρισσα πλάι στα κάγκελα του φράχτη... [ ] Κι ο Ερμής και η ποίηση κι ο θάνατος / Όλα μέσα στη μερσεντές καθώς την οδηγάει / έν? άγαλμα στα τζινς ντυμένο!?
   Αλλά και αισθαντικός στους στίχους του ο ποιητής για τ? ανοιξιάτικα βράδια: ?όταν βραχοκοκοριάζουν τ? αγόρια/ και οι κοπελιές αναστενάζουν?  κι ?αδιάβαστο απλώνει το γαλάζιο/ με το τσιμπημένο του αραποσίτι, το αφάγωτο / απ? τα ζαλισμένα κλωσόπουλα του κόσμου.?
   Ο δήμιος, οι προπόσεις του πρωθυπουργού, η τραπεζαρία της Αυτού Μεγαλειότητας, η Κατοχή, το αίμα που ?κυλάει σαν κρασί στα λαρύγγια? (το πολύ αίμα που ακόμα βαραίνει στη μνήμη των ζωντανών), τα κιβούρια, οι λιμουζίνες κι οι βροντερές μοτοσυκλέτες, ο σαστισμένος σκαντζόχοιρος στην άκρη του εθνικού δρόμου, οι πεθαμένοι που δεν βολεύονταν πια στα μνήματα, στοιχειώνουν την πολυδιάστατη ποίησή του.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Νύχτιο τσιμπούσι στ? ανάχτορα και πάλι
με τους πρεσβευτές των δυνάμεων
τους υπουργούς και τους βουλευτάδες.
Κάνει ο πρωθυπουργός προπόσεις προς τιμήν
των σκελετών που εκπροσωπούν τον τόπο
καθώς τ? αρνάκια με τις άσπρες μπλούζες
κουβαλούν τους ψημένους σερβιτόρους.
Έξω στο πεζοδρόμιο περνάει ο στρατηλάτης
φορτωμένος τενεκεδάκια
και σκουριασμένους σταυρούς στο στήθος.
Τραβάει μια τρύπια αρβύλα με το σύρμα
και πάει να τη βοσκήσει βρούβες.
Βαθιά στην τραπεζαρία η Αυτού Μεγαλειότη
ξεκοκαλίζει ένα κεφαλάκι
και γκρινιάζει που του ?βαλαν πολύ αλάτι?
ενώ το αίμα κυλάει σαν κρασί στα λαρύγγια.
  
Αλλά ο Κωστής Παπακόγκος δεν ξεχνά και τα πρόσωπα με τα οποία συνομιλεί και για χάρη τους γράφει: Ο ξεχωριστός Πωλ Νορ, ο ζωγράφος Γεράσιμος Στέρης, η Σουηδή λογοτέχνιδα Σαν