Εγώ, είπε, θα μιμηθώ την Γκρέτα Γκάρμπο, Έστω πιο αργά, Στα πενήντα μου, Θ' αποτραβηχτώ, Να μη βλέπω κανένα, Ως εδώ και μη παρέκει,
Και την πήραν τα δάκρυα, Κάτι σαν παράπονο, Παράπονο, παράπονο γιατί όλα ήταν λόγια, Πώς ν' αποτραβηχτεί Πώς ο φτωχός ξαφνικά γίνεται πλούσιος, πώς ο ανάπηρος χωρίς πόδια περπατά, τρέχει και σκαρφαλώνει δίχως τεχνητά μέσα Πώς ξαναζωντανεύει ένας νεκρός Είπε όμως πιο δυνατά για να τ' ακούσει, Ήταν κάτι σαν παρηγοριά να τ' ακούσει:
- Εγώ, θα μιμηθώ την Γκρέτα Γκάρμπο, Έστω πιο αργά, Στα πενήντα μου, Θ' αποτραβηχτώ, Να μη βλέπω κανένα, Ως εδώ και μη παρέκει,
Και ξανάπε υψώνοντας τον τόνο:
- Ως εδώ και μη παρέκει,
Μα λες και ήρθε η συντέλεια του κόσμου, Βρόντηξε η ξώπορτα διάπλατα κι η δόνηση μπούκαρε στο σπίτι, Ούτε που ακούστηκε ξεκλείδωμα, Και με βοή όρμησαν μέσα διασταυρώνοντας ακατάληπτες κουβέντες: ο Αρίσταρχος, ο Αριστείδης, ο Αριστόβουλος, ο Αριστόδημος, ο Αριστομένης, ο Αριστοτέλης, η Αριστέα, Από άριστα όλοι, Λόξα εκλογής ονομάτων του πατέρα, [,,,] (Από το κεφάλαιο "Αντωνυμίες")