Κάνοντας τη βόλτα του στην Ύδρα, ένας Ελληνοα?ερικανός που βρίσκεται σε διακοπές συναντά έναν ηλικιω?ένο Έλληνα που κάθεται σε έναν βράχο και αργοπίνει το ουζάκι του, ατενίζοντας ράθυ?α τον ήλιο που δύει στη θάλασσα.
Ο Α?ερικανός παρατηρεί ότι στους λόφους πίσω από τον γέροντα υπάρχουν αφρόντιστα ελαιόδεντρα, ?ε τις ελιές τους απλώς να πέφτουν και να κείτονται εδώ κι εκεί στο έδαφος. Τον ρωτάει σε ποιον ανήκουν τα δέντρα.
«Δικά ?ου είναι» απαντάει ο Έλληνας.
«Δε ?αζεύεις τις ελιές» ρωτάει ο Α?ερικανός.
«Κόβω κα?ιά σαν τη χρειαστώ» λέει ο γέροντας.
«Μα δεν καταλαβαίνεις ότι, αν κλαδεύεις τα δέντρα και ?αζεύεις τις ελιές στην ώρα τους, θα ?πορείς να τις πουλάς Στην Α?ερική όλοι τρελαίνονται για παρθένο ελαιόλαδο και θα πλήρωναν ακριβά για να το έχουν».
«Τι να τα κάνω τα λεφτά» ρωτάει ο γέρος Έλληνας.
«Ε, θα ?πορούσες ν αγοράσεις ένα ?εγάλο σπίτι και να προσλάβεις υπηρέτες να σου κάνουν όλες τις δουλειές».
«Και ?ετά τι θα έκανα»
«Θα ?πορούσες να κάνεις ό,τι θέλεις!»
«Δηλαδή να κάθο?αι έξω και να πίνω ούζο στο ηλιοβασίλε?α»